Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2007

Πάει η γέφυρα που μας χώριζε [ε;]

Η γέφυρα έπεσε. Η γέφυρα πάει. Τώρα έπεσε μια γέφυρα που οδηγούσε στο άνοιγμα του οδοφράγματος και στην επανένωση [άρα να λυπηθούμε]; Έπεσε μια γέφυρα που ήταν επικοινωνιακό κόλπο ή του Ταλάτ ή του Στρατού ή και των δύο [άρα να χαρούμε]; Έπεσε μια γέφυρα που ήταν παράνομη έτσι κι αλλιώς άρα δεν θα έπρεπε να μας κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη;

Και αφού και στο κάτω-κάτω και Η Κατοχή Είναι Παράνομη, αν δεήσει τζαι φύει ο Τουρκικός Στρατός τότε ο περήφανος Ελληνικός [Κυπριακός, ένα και το αυτό...] Λαός δεν θα πρέπει να χαρεί αλλά να καταλάβει πως και τα σπίτια μας να μας δώσουν πίσω που λέει ο λόγος, αυτό δεν θα αποτελεί ουσιαστικό βήμα προς την επανένωση;

Δεν ρωτώ ειρωνικά, ρωτώ επειδή δεν κατάλαβα. Επειδή προφανώς η κυβέρνηση παίζει διπλωματικό παιχνίδι υψηλών κυβικών, που τζείνο που έπαιξε τζαι στην [Τουρκόφιλη] Φινλανδία. Εκεί αποδίδω την σύγχυση, όχι στην σύγχυση που δέρνει συμπολίτευση, αντιπολίτευση και όποιον τους ψηφίζει.

Σε άλλες [σχετικές] ειδήσεις, πήρε το μάτι μου κάτι στατιστικές ότι οι Τουρκοκύπριοι αποτελούν τώρα μειονότητα στα κατεχόμενα. Επειδή οι στατιστικές αυτές δεν είχαν πηγή [κάποιος είπε σε κάποιον, καλά] δεν θα πάρω κι όρκο αλλά δεν τις αποκλείω κιόλας. Κι αναρωτιέμαι εγώ: να μοιράζομαι αυτή τη πληροφορία με κόσμο μπας και φιλοτημηθούν να ξεκολλήσουν που το ιδεολόγημα «τζίνοι τζει, εμείς δα» πριν να μεν μείνει κανένας Κυπραίος «δα»; Ή να μουρρώσω λόγω του ότι οι Γαλάζιοι Λύκοι μας θα έβρουν ακόμα μια δικαιολογία να ακούν για λύση τζαι να παριστάνουν πως εκουφάναν;

Αλλά θα σας αφήσω με μια νότα αισιοδοξίας. Όταν με μια αγαπητή συνάδελφο επήαμε σε καφέ γνωστής κόρης [θετής, βιολογικής, θα σας γελάσω], ήρθαμε αντιμέτωποι για ίσως πρώτη φορά στα Κυπριακά δεδομένα με το σύστημα παραγγελίας «δώστε μας το όνομα σας για να σας φωνάξουμε να πιάετε την παραγγελία σας τζαι να το γράψουμε στην απόδειξη». [Αφού ο φραπές ή έστω ο λάττε είναι που είναι επιστήμη, ας του προσδώσουμε επιστημονική μεθοδολογία σκέφτηκε ο ξενικός εμπνευστής του συστήματος]. Αφ’ ενός λόγω της ανωριμότητας μας και αφ’ ετέρου για να αποδείξουμε ότι η κοινωνία μας είναι πιο ανεκτική από ότι θέλουν να την παρουσιάσουν οι Κατάπτυστοι Νενέκοι, παραγγείλαμε με πλασματικά ονόματα.

Δεν χρειάζεται πως στο άκουσμα πως η συνάδελφος λεγόταν Πανίκκος, το μόνο που είχε να πει ο barista [έτσι τους λένε στο Αμέρικα] ήταν «είσαι πολλά ωραία για Πανίκκος». Ούτε υστερισμοί που σέρβιρε τρανσεξουάλ ούτε τίποτα. Και φυσικά όταν συστήθηκα, σε άψογα Κυπριακά [γιατί όπως είπαμε, Ελληνικά δεν ξέρω], σαν Χασάν, ούτε άκουσα τίποτα για το 1453, ούτε ήρθαν Ελληνόψυχοι κουκουλοφόροι να μου δείξουν τις χαρές του Ελληνικού πνεύματος.

Για αυτό σας λέω- μεν ψαρώνετε που τις Κασσάνδρες. Όλα καλά στην Αγία Νήσο. Μεν πολλοσκέφτεστε για την γέφυρα γιατί εννά πάθετε τίποτε.

*ευχαριστούμε το λεξικό με ονοματεπώνυμο για την σωστή χρήση της φράσης μια και <ειρωνία mode> σύμφωνα με πρόσφατο επιστημονικό σύγγραμμα οι Κύπραιοι μπλογκάδες δεν ξέρουμε Ελληνικά

3 σχόλια:

ttallou είπε...

εν το γεφύρι της άρτας;

To Hlithio Agrino είπε...

If you build it they will come...

(If you demolish it they will go?)

Aceras Anthropoforum είπε...

Πρίν 25 χρόνια ο φίλος μου ο Φ. έφκαλλεν σκοπιάν στο διπλανό φυλάκιο (Φανερωμένη). Εγιώ φοιτητής του ΑΤΙ εσσιηλλοβαρκούμουν στη χώραν τζαι επήεννα τζαι έκαμνα του παρέαν πας το φυλάκιον να σκοτώννουμεν μαζύν τες ώρες. Εκάμαμεν τουρκοφιλίες τζαι εκουβεγκιάζαμεν με τα τουρτζιά στα εγγλέζικα. Τον τζαιρόν των δεινοσαύρων, τα Ιντερνετ τζαι τα μόμπαϊλ υπήρχαν μόνο στες ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Για επικοινωνίαν έκαμνα τον μεσάζονταν γιατί αν επιάνναν τον φίλο μου να πααίννει κοντά στην νεκρήν θα έτρωεν στρατοδικείον.

΄Εναν Τουρτζίν φίλος μας (δόκιμος ανθυπολοχαγός) έθελεν να μας δώκει κάτι κόλλες με τα ποιήματα του για να δημοσιέυσουμεν στη Χαραυγή. Ετρύπωσα μες έναν ακουστικόν φυλάκιον τζαι εκαρτέρουν τον να ΄ρτει. Εφάκκαν η καρκιά μου σαν του λαού. Που την ορθογώνιαν τρύπαν του ακουστικού, 20 πόντους επί τρείς, εθώρουν κάτι χαλαμάντουρα τζια κάτι κάτσαρα όπως που μιάν φωτογραφική μηχανήν. Άκουσα βήματα. Ο φόος εδυνάμωννεν. Όι για μέναν. Αν με επιάνναν τι θα μου εκάμναν; Τζιαι ο φίλος μου ο Φ. χάτε να έτρωεν 6 μήνες φυλακήν. Αν τα μεχμετζίκ επιάνναν όμως τον φίλον μας που την άλλην μερκάν θα ήταν μπαμ τζαι κάτω.

Έπιασα τες κόλλες. Επέρασα γλήορα τα δαχτύλια μου που την τρύπα γιατί έθελα να κάμουμεν ττόκκαν αλλά η τρύπα έν εχώρεν το σιέριν μου να περάσει. Εκάμαμεν ττόκκαν με τα δαχτύλια. Την φάτσαν του εν εμπόρεσα να την δώ. Έθελα τόσον πολλά να μπορούσα να τον αγκαλιάσω τζαι να τον ισφίξω.

Τα ποιήματα εδώκαμεν τα της Ελλης Παιονίδου, εμετάφρασεν τα στα ελληνικά τζαι εδημοσιευτήκαν στη Χαραυγή.

Είμουν τότε σίουρος ότι κάποτε θα έρκετουν η μέρα που ο Ντεχτάς θα έφκαλλεν ψόφον τζαι πους ο τόπος θα ξαναενώνετουν. Εκαρτέρουν χρόνια την ημέραν που θα εμπόρια να σφίξω τον παλιόν παρέαν μες τα ΄γκάλια μου.

Ποττέ εν εφαντάστηκα ότι με ψήφον δική μου θα έφκαιννεν πρόεδρος σιειρόττερος του Ντεχτάς τζαι ότι η Χαραυγή αντί να δημοσιεύκει ποιήματα τουρκοκυπρίων θα εχειροκρόταν την αδιαλλαξίαν του.

Το γραφτό σου φίλε μου έφερεν μου ξανά την ιστορίαν στον νου. Όϊ την γέφυραν να ρίξουν, τζαι ο τελευταίος στρατιώτης να φύει, η Κύπρος δεν θα ενωθεί, εκτός αν οι τουρκοκύπριοι δεχτούν να γινούν δούλοι μας σαν τους Σριλανκέζους.